.

.

«Ανέσπερος Πέτρα». Φωτογραφία Μνήμης

Η «Ανέσπερος Πέτρα» αποτελεί ένα εκτεταμένο σύνολο φωτογραφιών από τις επισκέψεις μου στην Μαύρη Θάλασσα με κοινό τους στοιχείο τις ιστορίες που οι πέτρες διηγούνται στο πέρασμα των αιώνων.

Η φωτογραφία έχει την δύναμη να μετατρέπεται σε πληροφορία και να επηρεάζει ποικιλοτρόπως. Πολλές φορές μπορεί να δώσει σε αυτόν που την κοιτάει τόσα, όσα χιλιάδες λέξεις δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν και να του πουν.

Στα πλαίσια της προβολής του Πολιτισμού και της Ιστορίας που οι πρόγονοι μας έφεραν από τον Εύξεινο Πόντο καθώς και της δυναμικής που έχει αναπτυχθεί για την Διεθνοποίηση του ζητήματος της Γενοκτονίας των Χριστιανικών λαών της Ανατολής, η φωτογραφία Μνήμης αποτελεί κάμα και μας αξιώνει σε μάχες ψυχής.

Σαββίδου Λένα.

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

ΤΑ ΘΕΙΑ ΠΑΘΗ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ - ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥΜΕΛΑ

Η ΣΥΛΛΗΨΗ


«Η πόλις της Αμάσειας -πατρίς του γεωγράφου της αρχαιότητος Στράβωνος- έπαιξε τον μεγαλύτερον ρόλον εις την Τουρκικήν θηριωδείαν, φημιζομένη δια τους λαμπρούς της κήπους, τους ωραίους αμπελώνας της, τα υδραυλικά έργα, τας αρχαιότητας, κλπ ήτο η ωραιοτέρα και θελκτικοτέρα πόλις του Πόντου.
    Αλλά κατά το διάστημα της εκεί διαμονής του δικαστηρίου της ανεξαρτησίας ήλλαξεν επί τοσούτον, ώστε εφαίνετο ως μια νεκρόπολις και παρουσίαζεν όψιν λίαν άγριαν και τρομακτικήν. Διότι παντού, εις όλας τας χριστιανικάς συνοικίας ηκούοντο θρήνοι και οιμωγαί και οπουδήποτε έστρεφε τις το βλέμμα αυτού άλλο ουδέν έβλεπεν, ειμή απηγχονισμένους ανθρώπους ανηρτημένους εδώ και εκεί ανά τας οδούς και τας πλατείας της πόλεως και λογχοφόρους στρατιώτας οδηγούντας άλλους μεν εκ των δεσμίων εις τον τόπον της θανατικής εκτελέσεως και άλλους εις το δικαστήριον της ανεξαρτησίας, ίνα μίαν ημέραν προ του θανάτου αυτών ακούσωσι την εις θάνατον καταδίκην των. Μάλιστα υπήρξεν ημέραν, καθ' ην μόνο εις την πλατείαν της κυβερνήσεως - κατά μήκος της όχθης του Ίριδος ποταμού- είχον απηγχονισθεί περί τους 70 καταδίκους.
   Οι θανατοθέντες επίσημοι άνδρες, μόνον εκ των παραλίων του Πόντου, υπό του δικαστηρίου τούτου της ανεξαρτησίας, ανήρχοντο όλοι ομού εις 1500 τον αριθμόν».
Προυσσαέως Ευαγγελιστού. "Aι περιπέτιαι της εξορίας μου".

Η ΜΑΣΤΙΓΩΣΙΣ


"Από τους 200.000 Έλληνες που ζούσανε στη Σαμψούντα, τη Σινώπη και την Αμάσεια έμειναν λίγοι μόνο αντάρτες που τριγυρίζουν στα βουνά. Το σύνολο σχεδόν των ηλικιωμένων, των γυναικών και των παιδιών εξορίστηκαν σε άλλες περιοχές με πολύ άχημες συνθήκες.
Πληροφορήθηκα ότι οι Τσέτες του Οσμάν Αγά έσπειραν τον πανικό στην πόλη Χάβζα. Έκαψαν, βασάνισαν και σκότωσαν όλους τους Έλληνες και Αρμένιους που βρήκαν μπροστά τους. Γκρέμισαν όλες τις γέφυρες. Παντού υπήρχαν σημάδια γκρεμίσματος. Η διαδρομή από την πόλη Καβάκ προς το πέρασμα Χατζηλάρ θα μείνει για πάντα στη μνήμη μου όσο θα ζω. Σε απόσταση 30 χιλιομέτρων συναντούσαμε μόνο πτώματα. Μόνο εγώ μέτρησα 58.
Σ' ένα σημείο συναντήσαμε το πτώμα μιας ωραίας κοπέλλας. Της είχανε κόψει το κεφάλι και το τοποθέτησαν κοντά στο χέρι της. Σε κάποιο άλλο σημείο υπήρχε το πτώμα ενός άλλου ωραίου κοριτσιού, 7-8 χρονών, με ξανθά μαλιά και γυμνά πόδια. Φορούσε μόνο ένα παλιό πουκάμισο. Απ' ότι καταλάβαμε, το κοριτσάκι καθώς έκλαιγε, έχωσε το πρόσωπό του στο χώμα, δολοφονημένο από το κάρφωμα της λόγχης του φαντάρου."
Φρούνζε, "Αναμνήσεις από την Τουρκία"

Ο ΧΛΕΥΑΣΜΟΣ


Κάθε μέρα, η Μαθεία έμοιαζε βαρύτερη στην πλάτη μου και το βρωμερό, μακρυμάνικο φουστάνι μου, γεμάτο σκόνη και ιδρώτα, κολλούσε πάνω μου σαν υγρή κόλλα. Κάθε μέρα που περνούσε, η Μητέρα έδειχνε όλο και πιο εξασθενημένη, ίσως εξαιτίας της πρόσθετης επιβάρυνσης από το θήλασμα των διδύμων χωρίς αρκετή τροφή και νερό. Στην άκρη μιας μικρής πόλης, υπήρχε μια βρύση και το νερό έτρεχε σαν θησαυρός σε μια πέτρινη γούρνα και μετά χυνόταν στο έδαφος. Από το νερό, οι πέτρες γύρω από τη βρύση είχαν μαυρίσει.
Δε θυμάμαι άλλη φορά που η Μητέρα να έδειξε τέτοια απεγνωσμένη επιθυμία για κάτι. Υπήρχε πάντα η γεμάτη χάρη Γκιουζέλ, όπως την είχαν ονομάσει οι Τούρκοι, ένα πολύτιμο πετράδι προικισμένο με περίσσεια υπομονή. Αυτή τη φορά, όμως, η Μητέρα ξέφυγε από τη πορεία για να τρέξει παραπατώντας μέχρι τη βρύση. Οι υπόλοιποι σταμάτησαν και την παρακολουθούσαν με αγωνία, έτοιμοι να τρέξουν και αυτοί αν και εκείνη τα κατάφερνε. Ακριβώς, όμως, πριν φτάσει στη βρύση, ένας έφιππος Τούρκος στρατιώτης την πλησίασε και άρχισε να ξεστομίζει βρισιές. Σήκωσε το μαστίγιό του και της έδωσε μία, όπως θα χτυπούσε ένα βόδι ή ένα γαϊδούρι. Έπεσε στα γόνατα. Τότε κατέρρευσα και εγώ στο έδαφος, με την καρδιά μου ξεσκισμένη από τον πόνο. Ο Πατέρας πέταξε ό,τι κρατούσε και έτρεξε κοντά της.
"Νερό, σε παρακαλώ," είπε η Μητέρα στον στρατιώτη.
Ο Πατέρας προσπάθησε να σηκώσει τη Μητέρα στα πόδια της.
"Παρακαλώ."
Ο στρατιώτης σήκωσε ξανά το μαστίγιο, ξεστομίζοντας και πάλι βρισιές. Θα την ξαναχτυπούσε, αλλά πρόλαβε και την πήρε αγκαλιά ο Πατέρας απομακρύνοντάς την.
Η απογοήτευση στα λασπωμένα πρόσωπα των πεζοπόρων δεν διακρίνονταν σχεδόν καθόλου. Πιο πολύ έβλεπες το μούδιασμα στα μάτια τους, το μούδιασμα που έρχεται από τις πολλές στερήσεις και τις συνεχείς ταπεινώσεις. Η Μητέρα κουτσοπερπάτησε μέχρι τη θέση της, και οι άλλοι σαν ρομπότ συνέχισαν το δρόμο τους.
Εκείνη την ημέρα τάχα πέθανε η μικρή Μαρία; Δεν θυμάμαι. Θυμάμαι μοναχά το μικρό της κορμάκι που ήταν δεμένο στην πλάτη της Χριστοδούλας όπως κάνουν οι Ινδιανοί, και το μικρό της κεφαλάκι να πηγαίνει πέρα-δώθε. Θυμάμαι μονάχα ότι κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και το καυτό σώμα μου το έλουσε ξαφνικά παγερός ιδρώτας.
"Μαμά!" είπα όσο πιο ήρεμα μπόρεσα, ελπίζοντας ότι η ηρεμία μου αυτή θα βοηθούσε την κατάσταση να γίνει και πάλι ίδια. "Η Μαρία δεν φαίνεται καλά."
Η Μητέρα σήκωσε το βλέμμα της και ξέσπασε σε λυγμούς. Το πρόσωπο της Μαρίας είχε γίνει σταχτί. Τα μάτια της μας κοιτούσαν ορθάνοικτα σαν της σπασμένης κούκλας-ενώ το κεφάλι της συνέχισε να πηγαίνει πέρα-δώθε σε κάθε βήμα.
"Τι συμβαίνει;" ρώτησε πανικόβλητη η Χριστοδούλα. "Τι είναι;"
Μείναμε εκεί στο δρόμο, νοιώθοντας να μας πλακώνει ένας σωρός από πέτρες. Οι κουρασμένοι συνοδοιπόροι μας περνούσαν δίπλα μας και συνέχιζαν την πεζοπορία. Η Μητέρα πήρε τη Μαρία από τη πλάτη της Χριστοδούλας και την κράτησε στην αγκαλιά της καθώς τα δάκρυά της έπεφταν στο άψυχο προσωπάκι.
"Κουνηθείτε!" φώναξε κάποιος στρατιώτης που ήρθε καβάλα μέχρι εκεί που στεκόμασταν.
"Το μωρό μου," ψέλλισε η Μητέρα.
Του έδειξε τη Μαρία, λες και περίμενε ότι θα ένοιωθε και αυτός λίγο από το πόνο και την ταραχή της.
"Το μωρό μου."
"Πέταξέ το, αν είναι πεθαμένο!" φώναξε. "Κουνηθείτε!"
"Αφήστε με να τη θάψω," παρακάλεσε η Μητέρα με λυγμούς.
"Πέταξέ το!" φώναξε πάλι, σηκώνοντας το μαστίγιο. "Πέταξέ το!"
Η Μητέρα έσφιξε το σώμα της Μαρίας στο στήθος της καθώς σηκωνόμασταν όρθιοι κοιτάζοντάς τον έκπληκτοι. Το πρόσωπό της είχε μια βασανισμένη έκφραση που δεν είχε ξαναδεί ποτέ. Ο Πατέρας προσπάθησε να πάρει τη Μαρία, για να την ακουμπήσει κάτω, υποθέτω, αλλά η Μητέρα την έσφιξε ακόμα περισσότερο. Μετά, περπάτησε μέχρι το μεγάλο πέτρινο τοίχο που χώριζε το δρόμο από την πόλη και σήκωσε τη Μαρία για να την ακουμπήσει πάνω στον τοίχο, σαν σε βωμό κάποιου Θεού.
Εκείνο το βράδυ, η Μητέρα κοιμήθηκε κλαίγοντας. Κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια μου, έβλεπα τη Μητέρα να σηκώνει τη Μαρία προς τον ουρανό σαν να κάνει θυσία. Η εικόνα του άψυχου κορμιού της ακουμπισμένου στον τοίχο, σαν προσφορά σε παγανιστική τελετή, με ακολούθησε και στα όνειρά μου όλες τις επόμενες μέρες. Κάθε φορά που σκεφτόμουν ότι η αδελφούλα μου είχε μείνει ξαπλωμένη και μόνη στον καυτερό ήλιο, με τα αρπακτικά πουλιά να περιφέρονται από ψηλά περιμένοντας να απομακρυνθούμε, οι λυγμοί μου ξαναγυρνούσαν αβάσταχτοι.
Thea Halo, Ούτε το όνομα μου, απόσπασμα 19ου κεφαλαίου
Δικαιώματα ανάρτησης του αποσπάσματος στην κ. Σαββίδου δώθηκαν από τις κυρίες Halo Thea και Φράγγου Μαρίνα. 


 Η ΣΤΑΥΡΩΣΗ


Προς τα τέλη του 1917 νομίζω, σε κάποιο κρυψώνα στο βουνό Κοτζά Ντάγ οι Τούρκοι ανακάλυψαν πολλές ομάδες κρυπτόμενων γυναικοπαίδων, άλλες τις εβίασαν, άλλες τις πήγαν εξορία όπου και χάθηκαν και άλλες τις πήγαν σαν δούλες και τις πούλησαν.
Μία ομάδα γυναικών είμασταν κρυμμένες μέσα σε ένα ρέμα στο ποταμό Λύκο, έτσι το λέγανε ή Γεσίλ Ιρμάκ ή Ίρη δεν θυμάμαι, και εκεί κρυφτήκαμε κάτω από ένα καταρράκτη που είχε πίσω σπηλιά.
Είδαμε τους Τούρκους να έρχονται προς την μεριά μας ακολουθώντας το ποτάμι και σε ύποπτα μέρη, πυροβολώντας για να δουν αν κάποιος βρίσκεται κρυμμένος σε θάμνους ή μέσα στις καλαμιές.
Καταλάβαμε ότι το ίδιο θα γίνει και με μας αν μας ανακάλυπταν, εκεί όμως που βρισκόμασταν δεν μπορούσαν να φαντασθούν ότι πίσω από τον καταρράκτη θα υπήρχαν άνθρωποι. Αλλά είχαμε μαζί μας και μικρά παιδιά και σκεφθήκαμε, καλά όλα αυτά αν όμως κάποιο παιδί κλάψει και προδώσει την θέση μας τι θα γίνει
Ήμασταν περισσότερες από 100 γυναίκες και είχαμε 8-10 παιδιά, ηλικίας 2 έως 7 χρονών και αποφασίσαμε να τα πνίξουμε μη τυχόν και κλάψει κάποιο ή μιλήσει και όταν οι Τούρκοι θα ήταν κοντά μας θα ανακάλυπταν την κρυψώνα μας και θα μας συλλάμβαναν.
Τότε η κάθε μία από εμάς πήρε το παιδί της άλλης και το έπνιξε, σφίγγοντας το λαιμό του και αφήνοντας το νερό του καταρράκτη να μπει μέσα στο στόμα του.
Κάποιο κοριτσάκι 6-7 χρονών όταν είδε το τι γινότανε, μας παρακάλεσε να μην της βγάλουμε από το λαιμό κάτι χαϊμαλιά που είχε και μας είπε στα τούρκικα «πενί ποορκενέ τσιτσιλεριμί τσικάρτμαγιν», δηλαδή όταν με πνίγεται να μη βγάλετε από το λαιμό μου τα χαϊμαλιά.
Σαλτσίδου Βαρβάρα από Κόλοου Έρπαα,
έτος γεν.1902, αφήγηση Μάρτιος 1966.


Η ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ


Τον 8 Νοεμβρή ( Αεργίτε) σα 1916 τη χρονίας, Ο καϊμακάμης εξέ-
γκεν φιρμάν’ και ‘ς σα 13’’ του μηνός ετοιχοκόλλεσαν ατό. Και έλεεν
ατο ους τα 16 τη Νοεμβρή όλ’ οι Χριστιανοί τη Τρίπολης πρέπ’ να αφίν’
νε οσπίτια, χωράφια, καΐκια και όλα τα καλά, που εποίκαν με τον ιδρώτα
ατουν. 
Οι μαύροι οι Τριπολέτ’ έπρεπε να θάφτ’ νε απές ‘ς σήν πολιτεί-
αν ατουν’ ό’τι εγάπεσαν  ό’τι εποίκαν με τον ιδρώταν και το γαίμαν ατουν.
Αμάν ούτε ένας Τριπολέτες κι ετούρκεψεν και αλλαξοπίστεσεν για να γλι-
τών’ την ψήν’ ατ’.
Αναχάπαρα πρότου να απολύει η εκκλησία ΄ς σα 13 τη
Νοεμβρή όρμησαν απεσ’ ΄ς σ’ οσπίτια οι τσανταρμάδες και ερχίνεσαν να
κρούνε, ν’ αρπάζ’ νε, να μακελλεύ’ ε. Όλ’ες οδήγεσαν ατσε σο Τερέ- Πασί
ψηλά, έναν αμόν πλατέαν. Θρήνος μακρόσυρτος εκούστεν άπαν σ’ όλι-
ον την πολιτείαν: « Ν’ αϊλλοί εμάς να βαϊ εμάς που θα παίρ’ με μας και
πάνε απές ‘ς σο σκαφίδιν». Εποίκαμε διαμαρτυρίαν ‘ς σον καϊμακάμην και
εκείνος απέντεσεν πως έρθεν διαταγή να ευκαιρούται αμάν ατώρα η πόλ’.
Η έξοδος ερχίνεσεν. Η νύχτα εφόρ’ νεν την σκοτίαν και ο ουρανόν έτον
έτοιμος να κλαίει ένταμαν με τα’ εμάς. Με υπόδειξη των πολιτικών αρχών
επήγαμε ς’ σο έρημον αρμενικόν χωρίον Πίρκ έναν και ημς’ σόν ώραν μα-
κράν. Εκεί έταν 500 οσπίτια χωρίς πόρτας και παραθάρια αμόν ταφία ανοι-
χτά. Και έμειναμε ς’ σο Πίρκ όλ’ εντάμαν πολλά οικογένεια’ς  σ’ έναν οσπίτ’.
Το Πίρκ που έντον απέραντον νεκροταφείον των χιλιάδων Χριστιανών της
Τρίπολης. Εκεί εφέκαμε ό’τι πολύτιμον είχαμε σήν ζωήν, πατεράδες και παι-
δία τρυφερά, αδέρφια, μανάδες και γυναίκ’ς. Αέτς ερχίνεσαν το δράμα του
Πίρκ: Έτονε σα 18 Δεκέμβρη (τη Χριστιανάρ’) που ερχίνεσεν να χιονίζ. Η
βρώμα, τα φτείρας, ο συνωστισμός έγκανε τα επιδημίας, τον θάνατον που
ετοίμασαν για τ’ εμάς οι Τούρκ’. Πρώτα η δυσεντερία, επεκεί ο τύφος και τέ-
λος η πανούκλα. Ο λευκός θάνατος που ατόσον καλά ετοίμασαν για τ’ εμάς οι
Τούρκ’ επαίρενεν καθάν ημέραν δεκάδες Χριστιανούς.
Τρία μήνας εδέβανε σόν μαύρον ημέραν που εσήβαμε απές σο καταραμένον Πίρκ, έρχουντον, Μάρτης μήνας, 1917 τη χρονίας και α’ σα 13 χιλιάδες που εκινέσανε’ς  σήν εξορίαν, επέμ’νανε 800 και ατοίν αδύναμοι και ανίκανοι για δουλείαν. Ασοί 800 οι 300 Ετανε α’ σην Τρίπολην και οι άλλ’ α’σα χωρία της Τρίπολης.
Ατό έτον το κορύφωμαν του δράματος της Τρίπολης.

Κωνσταντίνος Φωτιάδης
Μνήμη μου σε λένε Πόντο

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΘΡΗΝΟΣ


1921 7βρ 5 Κυριακή

Γλυκυτάτη μου Κλειώ

   Σήμερον ετελέσθη εν τη φυλακή λειτουργία και εκοινωνήσαμε όλοι, περί τους 100 από διάφορα μέρη. Έχει αποφασισθεί ο δια της κρεμάλας θάνατος. Αύριον θα πηγαίνουν οι 60, μεταξύ αυτών οι 5 Τραπεζούντιοι και θα γίνει ο δι' αγχόνης θάνατος.
Την Τρίτην δεν θα είμεθα εν ζωή, ο Θεός να μας αξιώσει τους ουρανούς και σε σας να δώσει ευλογίαν και υπομονήν και άλλο κακόν να μη δοκιμάσητε.
Όταν θα μάθετε το λυπηρόν γεγονός να μη χαλάσετε τον κόσμον, να έχετε υπομονή.
Τα παιδιά ας παίξουν και ας χορέψουν. Ας σε βλέπω να κανονίσης όλα όπως ξέρεις εσύ.
Ο αγαπητός μου Θεόδωρος ας αναλαμβάνει πατρικά καθήκοντα και να μην αδικήσει κανένα από τα παιδιά τον Γέργον να τελειώσει το σχολείον και να γίνει καλός πολίτης. Τον Γιάννην ας τον έχει μαζί του στη δουλειά. Από τα μικρά, τον Παναγιώτη να στείλεις στο σχολείο, την Βαλεντίνην να την μάθης ραπτικήν. Την Φωφών να μη χωρίζεσαι ενόσω ζεις.
Εις τον Στάθιον τας ευχάς μου και την υποχρέωσιν όπως χωρίς αμοιβήν διεκπεραιώσει όλας τα οικογενειακάς μου υποθέσεις που θα του αναθέσητε.
Ο παπα Συμεών ας με μνημονεύσει ενόσω ζη. Να δώσης 5 λίρες στην Φιλόπτωχον, 5 λίρες στην Μέριμναν, 5 λίρες στου Λυκαστή το σχολείον. Και ας με συγχωρέσουν όλοι οι αδελφοί μου, οι νυφάδες και όλοι οι συγγενείς και φίλοι.

Αντίο βαίνω προς τον πατέρα και συγχωρήσατέ μου

ο υμέτερος
Αλ. Γ. Ακριτίδης
Αρχείο της Αδελφότητας Κρωμναίων Καλαμαριάς


Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ


Δεύτε  εις τους τάφους
Από τα πέρατα της Ελλάδος προσέρχονται σήμερον οι ευλαβείς Πόντιοι να ενώσουν την προσευχήν των περί την ιεράν μνήμην των πολλαχώς και πολυτρόπως μαρτυρησάντων πατέρων, αδελφών και τέκνων ημών.
Δεν προσέρχονται να θρηνήσουν, διότι οι θρήνοι και τα κλάμματα είναι αδυναμία ψυχής.
Έρχονται να επικοινωνήσουν με τους προσφιλείς νεκρούς, να ανατάμουν τον θησαυρόν των ιδανικών, τον οποίων περικλείουν οι τάφοι των και να οπλισθούν με πίστιν, να δυναμωθούν ψυχικώς, ίνα επιτυχώς ανταπεξέλθουν προς τας απαιτήσεις της δημιουργικής εθνικής περιόδου, την οποίαν διανύομεν.
Και είναι παρήγορος τα μάλα η τάσις αυτή των συμπατριωτών μας και σταθεραί οι βάσεις, τας οποίας ζητούν να θέσουν, ως ακρογωνιαόν λίθον εις το οικοδόμημα της δημιουργίας των.
Όσοι ουδέποτε απελπίσθησαν από το γονάτισμα της Μεγάλης Φυλής, αναθαρρούν με τον εθνικόν αυτόν οργασμόν, που παρουσιάζουν οι συμπατριώται μας.
ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΑΦΟΥΣ Η ΖΩΗ: Ευτυχείς όντως οι λαοί, οι οποίοι αντιλαμβάνονται την σημασίαν των τάφων, τας υποχρεώσεις των ζωντανών προς αυτούς και γνωρίζουν να αντλούν διδάγματα από τους νεκρούς.
Οι Πόντιοι πρωτοπόροι εις την νέαν δημιουργίαν, καθιέρωσαν των σεβασμόν εις τους τάφους εις ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΠΑΛΛΑΪΚΟΝ.
Και η απόφασις αυτή, η οποία εξήλθεν από τα σπλάχνα των αντιπροσώπων των Ποντίων εις τας εκάστοτε συνελεύσεις και τα συνέδριά των επεβλήθη ήδη ως ΘΕΣΜΟΣ ΑΓΡΑΦΟΣ. Τέταρτον ήδη έτος τελείται το ιερόν μνημόσυνον των μαρτύρων μας και θα τελείται εφεξής επί γενεάς γενεών.
Η πρώτη Κυριακή μετά την 21Σεπτεμβρίου εκάστου έτους (ημέραν του ομαδικού μαρτυρίου της Αμασείας) θα είναι δια τους Ποντίους ημέρα γενικού πένθους, αλλά και ημέρα εξαγνισμού προς νέαν δημιουργίαν.
ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΑΦΟΥΣ Η ΖΩΗ. Μήπως δεν είναι παραστατικός της Φυλής μας ο αιώνιος Φοίνιξ, ο οποίος αναγεννάται από την τέφραν του;
Δεύτε επισκεφθώμεν οι Πανέλληνες τους τάφους.
Θ.  Κ.  ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΣ



Η ΑΝΑΛΗΨΗ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου